Ο Ίθαν ξεροκατάπιε. Αργά και διστακτικά, πέρασε κάτω από την πύλη, αντικρίζοντας το εσωτερικό της πόλης.
Χαμηλά, πετρόκτιστα κτήρια κάλυπταν από άκρη ως άκρη τις χρωματισμένες γειτονιές της ενώ οι πλακόστρωτοι δρόμοι ήταν γεμάτοι ανθρώπους με καλάθια και εργαλεία. Κάποιοι άπλωναν μπουγάδα στα στενά σοκάκια της και μικρά παιδιά έτρεχαν παντού τριγύρω.
Οι πύλες σφράγισαν πίσω.
«Αναφέρατε στον διοικητή» διέταξε ο Γκάρικ. «Θα τον πάω εγώ στη Θύρα.» Ένευσε προς το αγόρι να ακολουθήσει και περπάτησαν πλάι πλάι προς το κέντρο της πόλης δίχως να ανταλλάξουν κουβέντα.
Ολόγυρα, πολεμιστές με τις πανοπλίες τους, σαν κι αυτούς που τον έφεραν στην πόλη, κοντοστέκονταν για να χαιρετήσουν τον πολεμιστή.
Όταν έφτασαν μπροστά σε ένα μακρόστενο μέγαρο, ο Ίθαν κοντοστάθηκε, διαβάζοντας την επιγραφή στο κατώφλι της εισόδου: «Δημαρχείο της Ώριγκεϊτ».
Ο Γκάρικ τράβηξε απότομα το σκοινί, τραντάζοντας τον Ίθαν. Ο νεαρός άφησε μια κοφτή εκπνοή από τη μύτη, καρφώνοντας τον πολεμιστή με ένα αιχμηρό βλέμμα και βημάτισε προς τα μέσα.
Αφού βάδισαν για λίγο μέσα στο μέγαρο, μπήκαν σε ένα γραφείο όπου μια κοντή γυναίκα με ξανθά μαλλιά ήταν ήδη βουτηγμένη σε τόμους και έγγραφα. Ντυμένη απλοϊκά, δεν έμοιαζε καθόλου με πολεμίστρια.
«Τι μου κουβάλησες πάλι;» είπε, αφήνοντας έναν αναστεναγμό.
«Ένας ακόμα» απάντησε κοφτά ο Γκάρικ.
«Πώς σε λένε, νεαρέ;» ρώτησε εκείνη χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τα χαρτιά της.
«Ίθαν.»
Η Θύρα γύρισε μια σελίδα στο ημερολόγιο μπροστά της. «Επώνυμο.»
Ο Ίθαν σφίχτηκε.
«Σου αρέσουν τα αστεία, νεαρέ;» είπε η Θύρα, σηκώνοντας απότομα το βλέμμα κατά πάνω του. «Απάντα αν θες να παραμείνεις ζωντανός.»
«Δεν… ξέρω.»
Η μεσήλικη γυναίκα λύγισε το κεφάλι στο πλάι και μετά κοίταξε και πάλι τα χαρτιά της. «Μου φαίνεται πως δεν εκτιμάς και πολύ τη ζωή σου.» Γύρισε μια ακόμη σελίδα. «Όχι ότι με νοιάζει. Για να καθαρίζεις τουαλέτες καλός είσαι. Ή μήπως να σε στείλουμε από εκεί που ήρθες; Είμαι βέβαιη πως οι πρωτόγονοι θα χαρούν πολύ να σε κατασπαράξουν.»
Πρωτόγονοι. Ο Ίθαν αναρρίγησε. Έτσι τους έλεγαν; «Δεν ξέρω» επέμεινε.
Η Θύρα κοντοστάθηκε και τον εξέτασε για λίγο. «Τι εννοείς δεν ξέρεις; Από δέντρο φύτρωσες; Πού είναι η οικογένειά σου;»
«Δεν γνωρίζω…» αποκρίθηκε ο Ίθαν χαμηλόφωνα. «Δε θυμάμαι.»
Η Θύρα σήκωσε ένα φρύδι. «Τι δουλειά είχες εκεί έξω, ολομόναχος στο δάσος;».
Ο έφηβος δεν αποκρίθηκε, μόνο κατέβασε το κεφάλι.
Ο Γκάρικ έβγαλε μια νευρική εκπνοή, σουφρώνοντας τα χείλια. «Άκου, μικρέ. Εδώ δεν κάνουμε πλάκα. Καλά θα κάνεις να συνεργαστείς. Τι είσαι; Απ’ αυτούς τους άθλιους λιποτάκτες; Μίλα!»
«Δεν θυμάμαι τίποτα!» ξέσπασε ο Ίθαν με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα.
Η Θύρα τον παρατήρησε για μια στιγμή με το χέρι στο πηγούνι της.
Ο Ίθαν κλείδωσε τα καστανά του μάτια πάνω της, ανασηκώνοντας τα φρύδια.
«Πήγαινέ τον να τον εξετάσουν» είπε η Θύρα στη βοηθό της.
Η βοηθός έγνεψε, πήρε το σχοινί από τα χέρια του Γκάρικ και τράβηξε τον Ίθαν προς την έξοδο.
Ο Ίθαν χαμήλωσε τους ώμους και ακολούθησε σκυθρωπός.
Μόλις βγήκαν από το γραφείο, η Θύρα ξανακοίταξε τον Γκάρικ, βγάζοντας μια εκπνοή αγανάκτησης. «Πολιτογράφηση και εμπόριο» γκρίνιαξε με στόμφο, κουνώντας το χέρι μια δεξιά και μια αριστερά. «Αυτή είναι η δουλειά μου. Δεν καταλαβαίνω γιατί μου φέρνετε κάθε τόσο κι από ένα τέτοιο παιδί.»
Ο Γκάρικ συνοφρυώθηκε. «Κάποτε ήμουν κι εγώ ένα τέτοιο παιδί!»
Η Θύρα κούνησε το κεφάλι. «Είναι όλος δικός σου, τότε. Βάλ’ τον με τους άλλους. Αν αξίζει, απέκτησες έναν καινούργιο δόκιμο. Ειδάλλως, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις μαζί του. Έχω ήδη αρκετά προβλήματα εδώ.»
***
Την ίδια στιγμή, στην αντίθετη πτέρυγα του Δημαρχείου, οι σύμβουλοι της Ώριγκεϊτ κάθονταν περίσκεπτοι γύρω από το πλατύ τραπέζι της αίθουσας συνεδριάσεων.
Από την κορυφή του τραπεζιού, ένας ψηλός, μελαμψός άντρας σάρωσε τους παρευρισκόμενους έναν προς έναν με ένα σοβαρό βλέμμα. «Συνεχίζουν οι αναφορές από την Έσπεργκεϊτ» είπε καθώς κάθισε στη σκαλιστή του καρέκλα. «Φημολογείται ότι το Ρήγμα ετοιμάζει μεγάλη εισβολή.»
Ένας σύμβουλος με αραιά, άσπρα μαλλιά και ρυτιδιασμένο δέρμα, σήκωσε αμέσως τους ώμους. «Και λοιπόν; Από εμάς περιμένουν να τους σώσουμε; Ας τα βγάλουν πέρα μόνοι τους.»
«Ντάρβεν» του απάντησε εκείνος με βροντερή φωνή, «οι πόλεις μας στηρίζονται στην ενότητα. Αν τους αφήσουμε στην τύχη τους, δεν υπάρχει μέλλον για κανέναν μας.»
Ο Ντάρβεν γέλασε ειρωνικά. «Φοβήθηκες και το Ρήγμα τώρα, άρχοντα Κάελ; Πόσο έπεσε το ανάστημά σου…»
«Μπορεί να μην υπερέχουν σε δύναμη» αντέτεινε ο Κάελ, ανέκφραστος, «αλλά έχουν επιρροή.» Έγειρε στην πλάτη του καθίσματος και κούνησε έντονα το δάχτυλο. «Όλο και περισσότεροι λιποτάκτες στρατολογούνται. Σύντομα θα εξελιχθούν σε υπολογίσιμη δύναμη.»
Ο Ντάρβεν συνοφρυώθηκε. «Δεν λες να το καταλάβεις… Ο πραγματικός εχθρός είναι στα βουνά. Τα υπόλοιπα τα έχουμε υπό έλεγχο.»
Η αίθουσα γέμισε μουρμουρητά που όλο και δυνάμωναν, μέχρι που οι σύμβουλοι ξέσπασαν σε διαπληκτισμούς, ταράσσοντας ολόκληρο το επιβλητικό μέγαρο.
«…δεν έχουμε δουλειά στα δυτικά…»
«…αν, όμως, στο μέλλον επιτεθούν σε εμάς;…»
«…δεν θα τολμούσαν να έρθουν μέχρι την ανατολική πεδιάδα…»
«…η αλληλεγγύη είναι απλά ιδεαλισμός…»
Ο Κάελ παρέμεινε σκυθρωπός, χαϊδεύοντας απαλά την κάθετη, μακριά ουλή κοντά στα καστανά του μάτια.
Ξαφνικά, ένα μπαστούνι χτύπησε δυο φορές στο πάτωμα. Η αίθουσα σίγησε αμέσως και όλα τα βλέμματα καρφώθηκαν στα κατάλευκα μάτια ενός γέροντα που στηριζόταν μαλθακά στο πατρογονικό του ραβδί.
«Δάσκαλε, Σόλβαρ» είπε ο Κάελ, σταυρώνοντας τα χέρια στο τραπέζι. «Εσύ τι σκέφτεσαι;»
Ο Σόλβαρ γύρισε τα τυφλά του μάτια προς τον Ντάρβεν. «Ήμασταν παιδάκια όταν η διχόνοια ανάμεσα στους μονομάχους προκάλεσε τον Μεγάλο Αφανισμό.» Κατέβασε ελαφρά το κεφάλι, εκπνέοντας αργά. «Η ιστορία δεν πρέπει να επαναληφθεί. Ποτέ! Το τίμημα ήταν αβάσταχτο.»
Ο Ντάρβεν έσφιξε τα δόντια, μα πριν προλάβει να απαντήσει, ο Κάελ σηκώθηκε μονομιάς, προτάσσοντας το θηριώδες ανάστημά του. «Θα στείλουμε βοήθεια. Αλλά όχι όση ζήτησαν. Κινδυνεύουμε και εμείς.» Το βλέμμα του κλείδωσε σε έναν χρωματιστό χάρτη που κάλυπτε όλη την επιφάνεια του τοίχου απέναντι. «Όλη η Ουράνοβα βρίσκεται σε κίνδυνο… Ως Ύπατος, οφείλω να διατηρήσω την ισορροπία.»
***
Αργότερα την ίδια μέρα, η βοηθός της Θύρας οδήγησε τον Ίθαν έξω από έναν περιφραγμένο χώρο που εκτεινόταν μέχρι τα ανατολικά τείχη. «Είναι μια χαρά υγιής» είπε στον Γκάρικ που βάσταζε το κορμί του στην περίφραξη. «Ίσως γίνει και μονομάχος μια μέρα.»
Ο Γκάρικ ανασηκώθηκε, εξετάζοντας το αγόρι με ένα μειδίαμα. «Ούτε για ξύλινο σπαθί δεν είναι.»
Η βοηθός έλυσε τα χέρια του Ίθαν. «Έτσι δεν είναι όλοι;»
Ο Ίθαν έτριψε τους κοκκινισμένους του καρπούς κι έπειτα γύρισε ένα απότομο βλέμμα στον Γκάρικ, χαμηλώνοντας τα φρύδια.
Ο Γκάρικ άφησε ένα δυνατό γέλιο που έκοψε απότομα. «Ακολούθα.»
Καθώς πέρασαν τις πλατιές ξύλινες πόρτες, ένα ακάλυπτο προαύλιο γεμάτο ομοιώματα και εμπόδια ανοίχτηκε μπροστά τους. Δεκάδες αγόρια και κορίτσια στην ηλικία του Ίθαν έτρεχαν, πηδώντας τα εμπόδια, ή ξιφομαχούσαν παραταγμένοι, ενώ από τις άκρες του χώρου, μεσήλικες πολεμιστές φώναζαν εντολές και παρατηρήσεις.
Ο Γκάρικ έσφιξε τον ώμο του Ίθαν, τραβώντας τον κατά τις κερκίδες. «Θα μάθεις» είπε με βαριά φωνή, κοιτάζοντας αγέρωχος τους εκπαιδευόμενους. «Αν επιζήσεις.»
Ο Ίθαν κοιτούσε αποσβολωμένος εδώ κι εκεί, στρέφοντας το κεφάλι αστραπιαία όπου άκουγε ατσάλι να χτυπά ατσάλι. Το στομάχι του γουργούριζε και παραπατούσε από τη ζαλάδα.
Όταν έφτασαν στις κερκίδες, ο Γκάρικ του έδωσε ένα σπρώξιμο και ο Ίθαν βούλιαξε στο κάθισμα, αφήνοντας ένα βογγητό.
«Κοίτα» είπε ο Γκάρικ όπως κάθισε δίπλα, μαλακώνοντας το πρόσωπο.
Ο Ίθαν τον κάρφωσε με ένα σουφρωμένο βλέμμα κι έπειτα σουλούπωσε το κορμί και ανασηκώθηκε.
Οι δυο τους παρακολούθησαν την εκπαίδευση για ώρα, μέχρι που κατά τη δύση, εκπαιδευτές και εκπαιδευόμενοι εγκατέλειψαν τον χώρο.
Ο Γκάρικ τον βούτηξε πάλι από τον ώμο και τον οδήγησε ανάμεσα στα φεγγαρόλουστα σοκάκια της Ώριγκεϊτ που ήταν γεμάτα κόσμο. Ο Ίθαν ακολουθούσε με βαριά βήματα, επικεντρωμένος στον επίμονο πόνο που ένιωθε στο στομάχι.
Φτάνοντας σε ένα ανοιχτό προαύλιο, είδαν ένα νεαρό αγόρι να πλένει χιτώνες δίπλα σε μια κοντή ελιά.
«Εσύ. Εκεί!» φώναξε ο Γκάρικ με αυστηρό τόνο. «Πάρε τούτον εδώ και δείξ’ του πού θα κοιμάται.»
Το αγόρι τινάχτηκε στον αέρα και βάρεσε προσοχή. «Μάλιστα, κύριε. Δάσκαλε. Κύριε!»
Ο Γκάρικ χασκογέλασε κι έπειτα σκούντηξε τον Ίθαν στην πλάτη. «Ένα μάτσο άχρηστα σκουπίδια είστε όλοι.»
Καθώς απομακρυνόταν, τα δυο αγόρια στέκονταν πλάι πλάι ευθυτενώς. Ο Ίθαν είχε κατεβάσει τον ένα ώμο και τα μάτια του έτσουζαν.
«Έλιον» ψέλλισε ο νεαρός δίπλα του δίχως να κουνηθεί.
Ο Ίθαν εστίασε με δυσκολία στο αγόρι, αλλά οι μορφές γύρω θόλωναν, μέχρι που μια μαυρίλα κάλυψε τα πάντα. Όταν ξανάνοιξε τα μάτια, ήταν ήδη ανάσκελα σε ένα κρεβάτι. Ο Έλιον καθόταν στο πλάι, κρατώντας μία λύχνο που φώτιζε αμυδρά το χαμογελαστό του πρόσωπο. «Το παράκανες σήμερα. Αλλά μπράβο! Τουλάχιστον είσαι ακόμα ζωντανός.»
Ο Ίθαν δεν αποκρίθηκε. Μία σούπα μπροστά του, πλημμυρισμένη στις πατάτες, του είχε τραβήξει όλη την προσοχή.
«Για σένα είναι» είπε ο Έλιον, σπρώχνοντας το πιάτο προς το μέρος του.
Ο Ίθαν άρπαξε το πιάτο με τα δύο χέρια και άρχισε να καταβροχθίζει το φαγητό σαν αγρίμι.
Ο Έλιον άφησε μια χαλαρή εκπνοή, γέρνοντας το κεφάλι στο πλάι. Συνέχισε να κοιτάει για λίγο, χαμογελώντας ελαφρά, μέχρι που άφησε τη λύχνο σε ένα κομοδίνο και τινάχτηκε όρθιος, πιέζοντας τα χέρια στα γόνατά του. «Πέσε κοιμήσου. Θα τα πούμε το πρωί.»
Με το στόμα γεμάτο, ο Ίθαν σήκωσε το κεφάλι και άρπαξε τον καρπό του Έλιον.
«Τι έγινε;» απόρησε εκείνος, γυρνώντας απότομα με ένα ορθάνοιχτο βλέμμα.
Ο Ίθαν κατάπιε. «Ευχαριστώ» ψιθύρισε. «Ίθαν.»
Το πρόσωπο του Έλιον μαλάκωσε πάλι. «Χάρηκα. Μην ανησυχείς, Ίθαν. Θα ταιριάξεις μια χαρά εδώ.»
Ο Ίθαν ελευθέρωσε το χέρι του Έλιον και προσηλώθηκε ξανά στο γεύμα. Ούτε κατάλαβε πότε έμεινε μόνος.
***
Το επόμενο πρωί, κάποιες ηλιαχτίδες που διαπερνούσαν τα ξεφτισμένα κουρτινάκια του παραθύρου έπεσαν στο πρόσωπο του Ίθαν. Ο Ίθαν άνοιξε αργά τα μάτια και έμεινε να κοιτάζει επίμονα στη γωνία του ταβανιού όπου μια αράχνη αναπαυόταν αγκυλωμένη πάνω στον ιστό της. Από έξω ακούγονταν φωνές και γέλια, αλλά ο θάλαμος φαινόταν άδειος. Τι είναι αυτό το μέρος; Τα άκρα του ξαφνικά μυρμήγκιασαν και ένας κόμπος τον έπιασε ψηλά στο στήθος.
«Ξύπνησες;» μια φωνή ακούστηκε από την είσοδο του θαλάμου.
Ο Ίθαν γύρισε στο πλάι να δει, σκανάροντας το αγόρι που πλησίαζε. Ήταν ένας λεπτοκαμωμένος δεκαπεντάχρονος με έντονα ζυγωματικά και ανοιχτόχρωμα μαλλιά.
Το αγόρι στάθηκε μπροστά στο κρεβάτι του Ίθαν κι έβαλε το χέρι στο στήθος. «Έλιον, θυμάσαι;»
Ο Ίθαν έγνεψε καταφατικά.
«Δεν σηκώνεσαι σιγά σιγά;» είπε ο Έλιον, κουνώντας το χέρι. «Έχουμε δουλειές. Κι εσύ έχεις τα μαύρα σου τα χάλια.»
Ο Ίθαν ένιωθε ολόκληρο το κορμί του μουδιασμένο αλλά με μια ώθηση, κατέβασε τα πόδια στο πάτωμα και στάθηκε στο κρεβάτι καθιστός. Όλα τα κρεβάτια γύρω ήταν προσεκτικά στρωμένα λες και κανείς δεν είχε κοιμηθεί στο θάλαμο τη νύχτα. Έτριψε για λίγο τα μάτια του και αφού άφησε έναν ελαφρύ αναστεναγμό, σηκώθηκε.
«Αυτός είναι ο στρατώνας των δόκιμων» άρχισε ο Έλιον όπως περπατούσαν στο διάδρομο του κτηρίου και ξαφνικά ύψωσε το δάχτυλο. «Εδώ είναι η κουζίνα» είπε, δείχνοντας μία πόρτα, «κι εκεί η τραπεζαρία» συνέχισε, γυρνώντας το χέρι από την άλλη.
Όταν πια έφτασαν στο τέλος του διαδρόμου, του έκανε νόημα να μπει στην τελευταία πόρτα.
Ο Ίθαν μπήκε στο χώρο με το κεφάλι τεντωμένο, στρέφοντας το βλέμμα ολόγυρα. Διάφορες μεγάλες λεκάνες που έμοιαζαν με μπανιέρες ήταν τοποθετημένες σε δυο σειρές ενώ ξύλινοι πάγκοι με διπλωμένες πετσέτες και μερικές στάμνες βρίσκονταν στις άκρες του δωματίου.
Ο Έλιον έβγαλε μερικά μάλλινα εσώρουχα από ένα ντουλάπι και ύστερα έπιασε έναν γκρίζο χιτώνα από μια κρεμάστρα καρφωμένη στον τοίχο. «Όλοι αυτά φοράμε» είπε, προφέροντάς τα στον Ίθαν πριν βγει έξω.
Ο Ίθαν έκανε ένα νεύμα και ξεροκατάπιε.
Μόλις έμεινε μόνος στο θάλαμο, μπήκε στη μπανιέρα και τρίφτηκε με ένα σαπούνι που βρήκε ακουμπισμένο στην άκρη κι έπειτα, ξεπλύθηκε με το κρύο νερό από μια στάμνα και ντύθηκε. Τα τραχιά υφάσματα έγδερναν το δέρμα του και όσο κι αν τα τραβούσε και τα τέντωνε, η φαγούρα δεν υποχωρούσε.
Ξαφνικά, το μάτι του έπιασε ένα παράθυρο στην άκρη των λουτρών. Πλησίασε αργά και κοίταξε την αντανάκλασή του με στραβωμένο κεφάλι.
«Τα κουρέλια που φορούσες άστα να τα πετάξουν καλύτερα» είπε ο Έλιον χασκογελώντας όπως έμπαινε και πάλι στο θάλαμο με δυο δερμάτινες μπότες στο χέρι.
Ο Ίθαν επέστρεψε στον πάγκο, κουβάριασε τα παλιά του ρούχα και έμεινε να τα κοιτάζει για λίγο χωρίς να πει τίποτα, ώσπου πήρε μια βαθιά εισπνοή και σφίγγοντάς τα στα χέρια, τα πέταξε σε ένα καλάθι δίπλα.
Όταν πια φόρεσε και τις μπότες, ο Ίθαν στάθηκε όρθιος, συνταιριάζοντας το χιτώνα του.
Ο Έλιον τον πλεύρισε και πέρασε αστραπιαία το χέρι πάνω από τον ώμο του. «Ώρα για μάχες!» αναφώνησε, τραβώντας τον προς τα έξω.
Οι δυο τους ξεκίνησαν να κατηφορίζουν τον δρόμο έξω από τους θαλάμους.
«Δεν μου είπες. Από πού είσαι;» ρώτησε ο Έλιον, βλέποντας τον Ίθαν να σέρνει τα πόδια με σκυμμένους ώμους.
«Δεν… ξέρω» μουρμούρισε ο Ίθαν με το βλέμμα καρφωμένο στο σκονισμένο δρόμο.
Ο Έλιον χαμήλωσε το βλέμμα. «Άρα… είσαι σαν κι εμένα» είπε χαμηλόφωνα, κουνώντας το κεφάλι. «Σ’ αυτή την πόλη, μόνο αν είσαι μονομάχος σε σέβονται.»
Ο Ίθαν κοντοστάθηκε, γουρλώνοντας τα μάτια. «Δεν είσαι από δω;»
«Όχι, όπως και οι περισσότεροι. Με βρήκαν οι μονομάχοι όταν ήμουν μωρό και με περιμάζεψαν. Έκτοτε ζω εδώ.»
Ο Ίθαν κατέβασε πάλι τους ώμους. «Κατάλαβα… και η οικογένειά σου;»
«Δεν τους γνώρισα ποτέ» απάντησε ο Έλιον, σηκώνοντας τους ώμους. «Μου είπαν ότι με βρήκαν να παίζω σε ένα λιβάδι στη λίμνη Αδλίδα. Ίσως με είχαν εγκαταλείψει. Ίσως να ήμουν ο μόνος που είχε απομείνει…» Το πρόσωπο του Έλιον σκοτείνιασε προς στιγμήν, αλλά το γύρισε σε ένα πλατύ χαμόγελο. «Δεν θυμάμαι και πολλά, αλλά είμαι σίγουρος πως δεν ήμουν τόσο χάλια όσο εσύ χθες.»
Ο Ίθαν τον κοίταξε λοξά και καθώς τα βλέμματά τους συναντήθηκαν, ανταπέδωσε ένα βεβιασμένο χαμόγελο.
Όταν έφτασαν στο χώρο εκπαίδευσης, οι δόκιμοι στέκονταν ήδη σε παράταξη. «Πάρε θέση, Ίθαν» είπε ο Έλιον, χτυπώντας τον στην πλάτη. «Τώρα αρχίζει το καλό.»
Ο Ίθαν ένευσε αντανακλαστικά και βάδισε προς στους υπόλοιπους. Η καρδιά του χτυπούσε όλο και πιο δυνατά και οι παλάμες του ίδρωναν, αλλά στο μυαλό του ακουγόταν μόνο η φράση του Έλιον σε επανάληψη: «Σ’ αυτή την πόλη, μόνο αν είσαι μονομάχος σε σέβονται.»