Ο Ίθαν κούνησε ελαφρά το κεφάλι, βλεφαρίζοντας έντονα. «Σωστά» αποκρίθηκε, τρίβοντας τα πρησμένα του μάτια. Άπλωσε το χέρι κάτω από το κρεβάτι κι έπιασε ένα κομμάτι ύφασμα, βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγμό. «Νόμισα κάποιος σε έπνιγε το βράδυ έτσι που ροχάλιζες σαν αρκούδα.»
«Ναι, ξέρω» απάντησε κοφτά ο Έλιον. «Έτσι είμαι σε κατάσταση ανάπαυλας. Τα βγάζω όλα, μια κι έξω, και επιστρέφω στη ζωή ολοκαίνουργιος.»
«Ελπίζω μόνο αυτή η καινούργια σου κοπέλα να μην έχει πρόβλημα να κοιμάται δίπλα σε ένα αγριογούρουνο!»
Ο Έλιον άφησε ένα χαχανητό. «Έχεις χιούμορ τελικά. Κι ας περπατάς συνήθως σαν ετοιμοθάνατος.»
«Ίσως να μοιάζω καμιά φορά με ετοιμοθάνατο, αλλά τουλάχιστον δεν τριγυρνάω μιλώντας για τη φιλενάδα που επινόησα.»
Γέλασαν για λίγο και η ατμόσφαιρα φάνηκε να ελαφραίνει. Ο Ίθαν σκούπισε το πρόσωπό του με το ύφασμα που κρατούσε στα χέρια. «Και για πες. Ποια είναι αυτή η καινούργια σου κοπέλα;»
Ο Έλιον ανασήκωσε τους ώμους. «Καλά, δεν το κατάλαβες; Η Λύρα από την εκπαίδευση.» Ύψωσε τις παλάμες με το βλέμμα ορθάνοιχτο. «Σου ορκίζομαι με τα χέρια ψηλά. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια της από πάνω μου.»
Ο Ίθαν έξυσε λίγο πίσω από το αυτί του να απαλύνει την ξαφνική φαγούρα, κι έπειτα έβαλε το ένα χέρι στο πιγούνι, καρφώνοντας τον Έλιον με μισόκλειστα μάτια. «Πραγματικά δεν έχω ιδέα αν μιλάς σοβαρά. Η Λύρα με τις πλεξούδες; Αυτή που συναγωνίζεται τον Κάσσιαν στην πρωτοκαθεδρία της προβολής;»
Ο Έλιον έγνεψε καταφατικά με ένα λοξό χαμόγελο. «Αυτή, ναι. Είναι ούτως ή άλλως ίση σε ομορφιά με μένα, έτσι δεν είναι;» Έκλεισε τα μάτια και κούνησε ρυθμικά το κορμί πέρα δώθε. «Κάνουμε το τέλειο ζευγάρι.»
Ο Ίθαν έγειρε το κεφάλι δεξιά. «Έλιον, δεν θέλω να σε στεναχωρήσω» είπε ξύνοντας το λαιμό του, «αλλά έχεις κάνει βουτιά στις ψευδαισθήσεις. Νομίζω αυτή η κοπέλα είναι ικανή να καταπιεί την ψυχή σου ολόκληρη και να κάνει σαν να μη συνέβη τίποτα.»
Ο Έλιον γέλασε δυνατά, κοπανώντας τα πόδια του στο πάτωμα. «Ξέρεις κάτι, Ίθαν; Έχεις πλάκα!» Έσκυψε χαμηλά και σφιχτόδεσε τις μπότες του. «Πάμε τώρα γιατί αν αργήσουμε ο Γκάρικ θα καταβροχθίσει τις ψυχές και των δυο μας.»
Τα αγόρια κατευθύνθηκαν στο πεδίο εξάσκησης με γοργά βήματα. Μα μόλις πάτησαν πόδι στο εσωτερικό, παρατήρησαν ότι και οι υπόλοιποι ήταν σκόρπιοι ανάμεσα στις λάσπες και την επίμονη ψιχάλα, έχοντας δημιουργήσει μικρά πηγαδάκια.
Ξαφνικά, μια τσατισμένη κοριτσίστικη φωνή ήχησε στο χώρο. «Εσύ, εκεί! Έχεις βάλει σκοπό να μας κάνεις όλους ρεζίλι;»
Η Λύρα φάνηκε να πλησιάζει τον Κάσσιαν, βροντώντας νευρικά τις μπότες της στα λασπόνερα.
«Χαλάρωσε, Λύρα» απάντησε εκείνος με μια παιχνιδιάρικη χροιά. «Εσύ ειδικά δε χρειάζεσαι κανενός τη βοήθεια για να γίνεις ρεζίλι. Τα καταφέρνεις μια χαρά και μόνη σου.»
Η Λύρα ακούμπησε δυο δάχτυλα στους κροτάφους της. «Απλώς μην μπαίνεις στο δρόμο μου. Κάποιοι από εμάς δε μεγαλώσαμε με χρυσά κουτάλια.»
Ο Κάσσιαν χασκογέλασε ειρωνικά. «Εσύ το λες αυτό; Ενώ μένεις στο πιο ψηλό κτήριο της πόλης;»
«Βούλωσέ το, Κάσσιαν. Και μη με προκαλείς!»
Ο Ίθαν έδωσε ένα διπλό χτύπημα στον ώμο του Έλιον. «Νομίζω η κοπέλα σου είναι πιασμένη.»
Ο Έλιον ξεφυσούσε γρήγορα, σφίγγοντας μια γροθιά μπροστά από το στόμα του. «Αυτός ο Κάσσιαν. Πάλι! Τον σιχαίνομαι ήδη.»
«Φίλε… είσαι ένας κυκλώνας συναισθημάτων.»
Λίγο μετά εμφανίστηκε ο Γκάρικ και όλοι σώπασαν ακαριαία. «Τι κάνετε εκεί ρε φοβητσιάρηδες;» φώναξε από το κέντρο του προαυλίου ενώ οι στάλες της βροχής κυλούσαν στο συνοφρυωμένο του πρόσωπο. «Φοβάστε λίγη βροχούλα και κρυφτήκατε κάτω απ’ τα υπόστεγα;»
Οι δόκιμοι έτρεξαν και σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από τον δάσκαλό τους. Ο Γκάρικ σταύρωσε τα χέρια και παρέμεινε σιωπηλός, παρακολουθώντας τους να παίρνουν θέση.
«Δεξιότητα και πειθαρχία» άρχισε, υψώνοντας τους δείκτες των χεριών του. «Αυτά θα σας κρατήσουν στη ζωή. Αλλά μία δεξιότητα υπερέχει όλων σε έναν μονομάχο και τον καθορίζει.»
Οι δόκιμοι κρατούσαν την ανάσα τους, ακίνητοι.
«Ο εξαγνισμός!» δήλωσε ο Γκάρικ, ανοίγοντας την μια παλάμη. Στο κέντρο της ήταν σχεδιασμένο ένα κυκλικό σύμβολο με δυο γραμμές που ξεκινούσαν από το εξωτερικό του στροβίλου και κατέληγαν σε ένα ενιαίο κέντρο μέσα από τρεις-τέσσερις περιστροφές, σαν δίνη από ποτάμια που εκχύνουν σε κοινή λίμνη. «Αυτή είναι η Χάρις.»
Οι δόκιμοι έγειραν μπρος, γουρλώνοντας τα μάτια.
«Ο εξαγνισμός είναι το μεγαλύτερο όπλο των μονομάχων» συνέχισε ο εκπαιδευτής, απλώνοντας την παλάμη προς τους δόκιμους, «το μέσο με το οποίο εξουδετερώνουμε το θανατηφόρο άγγιγμα των πρωτόγονων».
Με το δάχτυλο του άλλου χεριού ακολούθησε την κυκλική πορεία του συμβόλου από έξω προς τα μέσα. «Γαλουχώντας τη θέλησή μας και εστιάζοντάς την στις παλάμες μας, διοχετεύουμε την ενέργεια που ενοικεί μέσα μας, την ίδια ενέργεια που αποτελεί δεσμός με τη γη που πατούμε.»
Έσφιξε ξαφνικά τη χούφτα του. «Αυτό το δεσμό οι πρωτόγονοι επιδιώκουν να διαφθείρουν.» Σάρωσε για μια στιγμή τους δόκιμους και ύψωσε το χέρι, ανοίγοντας ξανά την χούφτα.
«Χάρις» αναφώνησε με μεγαλοπρέπεια και απευθείας, μια λάμψη εμφανίστηκε να απλώνεται κατά μήκος της παλάμης του σε κύματα.
Στράφηκε απότομα στο πλάι και την ακούμπησε με δέος σε ένα ξύλινο ομοίωμα καρφωμένο στο έδαφος. Το αντικείμενο απορρόφησε ακαριαία το φως και άρχισε να λάμπει παρόμοια σε όλη του η επιφάνεια.
«Αυτός είναι ο εξαγνισμός» είπε ο Γκάρικ, κοιτάζοντας το ομοίωμα. «Το αντικείμενο φέρει πλέον τη Χάρη μας, τη σωτηρία αυτού του κόσμου. Αυτό είναι που μας διακρίνει από τα διεφθαρμένα τέρατα. Το άγγιγμά τους είναι θάνατος. Η Χάρη μας είναι αναγέννηση.»
Οι νέοι παρακολουθούσαν άφωνοι.
Ξαφνικά, οι ψιχάλες σταμάτησαν να πέφτουν αλλά στο βάθος διακρίνονταν έντονοι κεραυνοί. Ο Γκάρικ μειδίασε. «Ακούστε, βρωμόπαιδα. Μόνο όταν χριστείτε μονομάχοι θα μπορείτε να ελέγξετε πλήρως αυτή τη δύναμη. Αλλά η εκπαίδευση σας αρχίζει τώρα.» Πήρε το χέρι από το ομοίωμα και η λάμψη έσβησε τελείως.
Μονομιάς, σταύρωσε και πάλι τα χέρια κι έκανε ένα νεύμα στους βοηθούς του. «Οι διπλές σπείρες που θα χαράξουν στις παλάμες σας είναι απλώς βοηθητικές. Συγκεντρώστε τη δύναμη της θέλησής σας στο κέντρο τους και πείτε τη λέξη. Μην σταματήσετε μέχρι η Χάρη να λάμψει στις παλάμες σας.»
Οι βοηθοί πλησίασαν τους δόκιμους. Ο Ίθαν άνοιξε την παλάμη και όσο η γραφίδα πίεζε το δέρμα του, ένιωσε ένα τρέμουλο στο χέρι. Έπειτα, ανοιγόκλεισε τη χούφτα του και κοίταξε δεξιά.
Ο Έλιον είχε τεντώσει τη παλάμη προς τα έξω όσο η βοηθός του χάραζε τη σπείρα. Όταν το σύμβολο είχε πια σχηματιστεί στο χέρι του, το σήκωσε χαμογελαστός προς τον Ίθαν και το κουνούσε έντονα λες και χαιρετούσε.
«Στρωθείτε!» βροντοφώναξε ο Γκάρικ μόλις οι βοηθοί του τελείωσαν και με τον τελευταίο δόκιμο.
Οι δόκιμοι είχαν κλειδώσει τα βλέμματα στις παλάμες τους, αλλά κανείς δεν τολμούσε να προφέρει τη λέξη, ώσπου ξαφνικά, η φωνή του Κάσσιαν τράνταξε το χώρο. «Χάρις!»
Οι υπόλοιποι στράφηκαν αμέσως προς το μέρος του. Αλλά η παλάμη του δεν εμφάνισε ούτε σπίθα.
«Χάρις» ξαναφώναξε με δέος ο Κάσσιαν, σφίγγοντας τον καρπό του, αλλά τίποτα. Χαμήλωσε ελαφρά τα χέρια, κοιτάζοντας τη σπείρα με προσήλωση.
«Τι κοιτάτε ρε;» γκάριξε ο εκπαιδευτής. «Στρωθείτε, είπα!»
Οι δόκιμοι έστρεψαν στιγμιαία τα βλέμματα στις παλάμες τους, κάποιοι πιάνοντας τους καρπούς τους όπως ο Κάσσιαν, άλλοι τεντώνοντας τα δάχτυλα έξω.
Μέσα σε μόλις λίγα λεπτά, ο χώρος εκπαίδευσης είχε γεμίσει από φωνές που επαναλάμβαναν τα λόγια πότε με δέος και πότε με αγανάκτηση. Ξανά και ξανά.
Ο Έλιον φώναζε τη λέξη όπως όλοι, αλλά καμία λάμψη δεν εμφανίστηκε στο χέρι του.
Από δίπλα, ο Ίθαν κοίταζε μια τον Έλιον, μια τους υπόλοιπους δόκιμους, ξεροκαταπίνοντας, αλλά δεν έκανε ούτε μια προσπάθεια. Η καρδιά του άρχισε να ανεβάζει παλμούς.
«Εσύ τι είσαι;» ακούστηκε η φωνή του Γκάρικ από πίσω του. «Πιο έξυπνος από τους άλλους;»
Ο Ίθαν αναρρίγησε. Κούνησε γρήγορα το κεφάλι πέρα δώθε και έβαλε την μια παλάμη πάνω στην άλλη. «Χάρις» είπε δειλά. Τίποτα.
Ο Γκάρικ από πίσω χασκογέλασε. «Κι αν έχω δει άχρηστους…» Σούφρωσε απότομα το βλέμμα. «Πιο δυνατά, ποντίκι.»
«Χάρις» επανέλαβε ο Ίθαν, ανεβάζοντας λίγο τον τόνο της φωνής, αλλά και πάλι τίποτα.
Ο Γκάρικ τον άρπαξε από το μπράτσο και τον έσυρε στο κέντρο του προαύλιου. «Για πείτε μου, μικροί ανόητοι» είπε καθώς τον έβαλε αντικριστά προς τους υπόλοιπους. «Τι φταίει που είστε τόσο αξιολύπητοι;»
Ο Έλιον τέντωσε το λαιμό, καρφώνοντας τον Ίθαν στα μάτια.
«Ίσως…» ψιθύρισε ο Ίθαν, τραβώντας το μπράτσο από τη χούφτα του Γκάρικ. «Δεν πιστεύουμε ότι γίνεται αυτό που μας ζητάτε.»
Ο Γκάρικ στένεψε το βλέμμα, παρατηρώντας τον για λίγο κι έπειτα μαλάκωσε το πρόσωπο. «Γι’ αυτό αποτυγχάνετε» είπε χαμηλόφωνα, δίνοντας ένα γερό σκούντημα στον Ίθαν. «Συνεχίστε μέχρι να πέσετε κάτω αν χρειαστεί. Καιρό έχω να γελάσω με την καρδιά μου.»
Ο Ίθαν επέστρεψε πλάι στον Έλιον με το κεφάλι βουτηγμένο στους ώμους. Ο Έλιον, όμως, του γύρισε ένα λοξό χαμόγελο, κλείνοντας ένα μάτι.
***
Το τάγμα του Βάρρεν προέλασε εκείνη την ημέρα κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό μέχρι το βορειότερο σύνορο της Έσπεργκεϊτ. Κατά το μεσημέρι, ο διοικητής συγκέντρωσε τις δυνάμεις του σε ένα ξέφωτο, περικυκλωμένο από πεύκα και ακακίες, και καθώς τα σύννεφα σκοτείνιαζαν και οι βροντές ηχούσαν από το βάθος, έκανε ένα νόημα σε μερικούς μονομάχους να μαζευτούν γύρω του.
«Υποδιοικητά» είπε γνέφοντας.
Ένας νεαρός άντρας με έντονα σαγόνια και τοξωτά φρύδια ξετύλιξε έναν κιτρινισμένο χάρτη στο έδαφος. Οι υπόλοιποι σταύρωσαν τα πόδια και κάθισαν γύρω.
«Πίσω απ’ αυτούς τους λόφους βρίσκεται ο εχθρός» ξεκίνησε ο υποδιοικητής υψώνοντας ένα χέρι προς τα βορειοδυτικά, «προφυλαγμένος από φυσικά εμπόδια.» Σχημάτισε έναν κύκλο με το δάχτυλό του πάνω στο χάρτη, γύρω από την τοποθεσία του εχθρικού οχυρού. Στην απεικόνιση υπήρχαν λόφοι ολόγυρα του εχθρού ενώ από τα ανατολικά εκτεινόταν μια μεγάλη λίμνη.
«Είναι βαριά οπλισμένοι και οχυρωμένοι» είπε ο Βάρρεν με βαριά φωνή. «Αν τους αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο, τελειώσαμε. Ωστόσο» συνέχισε, διπλώνοντας τα χέρια μπροστά, «αναλάβαμε μία αποστολή και θα τη φέρουμε εις πέρας.»
Ο υποδιοικητής σούφρωσε τα χείλη, γέρνοντας ελαφρά πάνω από το χάρτη. «Αν είχαμε έστω τους τοξότες της Κόρυθαρ…»
«Ούτε οι τοξότες της Κόρυθαρ, ούτε το ιππικό της Μόνταργκεϊτ πρόκειται να εμφανιστούν, Σόργκεν» πετάχτηκε ο Βάρρεν. «Είμαστε μόνοι μας.»
Ο Σόργκεν ένευσε, ανασηκώνοντας το κορμί. «Ποιο είναι το σχέδιο, κύριε;»
Ο Βάρρεν έβαλε το ένα χέρι πάνω στο άλλο και ακούμπησε το δείκτη στο στόμα, παραμένοντας σιωπηλός. «Θα περιμένουμε ώσπου να νυχτώσει καλά» είπε τελικά σκύβοντας προς το χάρτη. «Αυτό το στρατόπεδο μπορεί μεν να είναι σημαντικό κέντρο για το Ρήγμα και γερό οχυρό» συνέχισε χτυπώντας μαλακά το δάχτυλο στους σχεδιασμένους λόφους του χάρτη, «αλλά κανείς δεν μπορεί να μεταφέρει προμήθειες χωρίς να ακολουθήσει εμπορικά μονοπάτια.»
Ξαφνικά, η Τρόβη εμφανίστηκε να πλησιάζει. «Διοικητά» είπε καθώς στάθηκε πίσω από τους καθισμένους μονομάχους. «Το τάγμα είναι ανήσυχο. Αναμένουν εντολές.»
Ο Βάρρεν ξεφύσηξε και κάρφωσε το βλέμμα στο χάρτη, σφίγγοντας τις γροθιές του. «Θα κατασκοπεύσουμε τις κινήσεις του εχθρού προκειμένου να ανακαλύψουμε τις εμπορικές τους διαδρομές.»
Ο Σόργκεν σήκωσε το πρόσωπο προς τον ουρανό. «Μήπως όμως πέσουμε σε παγίδα;» ρώτησε καθώς ο άνεμος τσάκιζε τα ανέμελα, καστανόξανθα μαλλιά του. «Δεν θα περιμέναμε το ίδιο αν ήμασταν στη θέση τους;»
«Ναι, υποδιοικητά» αποκρίθηκε ο Βάρρεν, προτάσσοντας ένα δάχτυλο. «Υπάρχει όμως ένας παράγοντας που διασφαλίζει την επιτυχία μας. Αναμένουμε πληροφόρηση από κατασκόπους μέσα στις τάξεις τους.»
«Είναι άξιοι εμπιστοσύνης, κύριε;» απόρησε ο Σόργκεν.
Ο Βάρρεν κούνησε αργά το κεφάλι. «Είναι η μόνη μας λύση.» Μονομιάς, τινάχτηκε όρθιος. «Ας ελπίσουμε η καταιγίδα να μη σταθεί εμπόδιο. Ανιχνεύστε την περιοχή. Και στήστε σκηνές. Δεν ξέρω πόσο καιρό θα χρειαστεί να μείνουμε εδώ.»
«Διοικητά» παρενέβη η Τρόβη κάνοντας ένα βήμα μπροστά. «Επιτρέψτε μου να είμαι στην ομάδα ανίχνευσης.»
Ο Βάρρεν την κοίταξε, πλαγιάζοντας το κεφάλι, κι έπειτα άφησε μια αργή εκπνοή. «Σόργκεν. Τρόβη» είπε κάνοντας ένα νεύμα να τον ακολουθήσουν.
Οι τρεις τους βημάτισαν παραπέρα. «Θέλω να σιγουρευτώ ότι έχετε τον έλεγχο των συναισθημάτων σας.»
«Απολύτως!» δήλωσε η Τρόβη, προτάσσοντας το στήθος.
Ο Σόργκεν κατέβασε τα φρύδια αλλά δεν είπε τίποτα.
«Το Ρήγμα έχει στερήσει κάτι πολύτιμο και από τους δυο σας» είπε ο Βάρρεν χαμηλόφωνα. «Κι από εμένα… έχουν στερήσει.» Κοίταξε κατάματα τον Σόργκεν κι έπειτα την Τρόβη. «Οι απώλειές μας δεν γίνεται να μπουν εμπόδιο στην αποστολή μας. Κατανοητό;»
Ο Σόργκεν και η Τρόβη ίσιωσαν τα κορμιά. «Ναι, κύριε.»
Προς το απόγευμα, ενώ ο Σόργκεν επέβλεπε το στήσιμο του στρατοπέδου, η Τρόβη αποχώρησε με τους υπόλοιπους ανιχνευτές για τα δυτικά. Όσο, όμως, βράδιαζε, τα σύννεφα όλο και σκοτείνιαζαν και μια παγωμένη ατμόσφαιρα κατέκλυσε το μέρος.
Κατά τη μέση της νύχτας, μια φιγούρα εμφανίστηκε να τρέχει προς το στρατόπεδο. Μια σειρά από προειδοποιητικές φωνές ήχησαν σαν συναγερμός μέσα στον πρόχειρο καταυλισμό. Οι μονομάχοι της πρώτης γραμμής πήραν θέση. Και λίγο αργότερα, ο Βάρρεν με τον Σόργκεν κατέφθασαν στο σημείο σφίγγοντας τις λαβές των σπαθιών τους.
Αλλά η μορφή έμοιαζε γνώριμη. Ο Βάρρεν στένεψε το βλέμμα, κρατώντας το χέρι ψηλά. Οι υπόλοιποι μονομάχοι έβαλαν έπιασαν τις λαβές των λεπίδων τους και έσκυψαν σε θέση μάχης.
Ο Σόργκεν έγειρε μπρος, μισοκλείνοντας τα μάτια. Ένας μανδύας τινασσόταν πίσω από τη φιγούρα καθώς έτρεχε και όσο πλησίαζε, η πανοπλία της φαινόταν όλο και πιο ξεκάθαρα.
«Οι ανιχνευτές» φώναξε ένας από τη φρουρά.
Ο Βάρρεν έκανε ένα σήμα με την παλάμη προς τα κάτω και οι μαχητές πήραν τα χέρια από τα σπαθιά τους.
Μέσα σε λίγες στιγμές, η Τρόβη, έφτασε στο στρατόπεδο και έσκυψε, βαστάζοντας τα χέρια στα γόνατά της. «Δεν γλίτωσε κανείς» ανέφερε ανάμεσα σε κοφτές αναπνοές. «Μας έχουν καταλάβει, διοικητά. Συστάδες από τοξότες έχουν στηθεί πέρα από τους λόφους. Ξέρουν ότι ερχόμαστε. Ξέρουν και από πού.»