Ενώ ο Ίθαν βημάτιζε προς τη γραμμή των εκπαιδευόμενων, στη μεστή από πευκόδεντρα αυλή του Δημαρχείου εκατοντάδες μονομάχοι ανέμεναν σε στοίχιση.
Ο Κάελ, περιτριγυρισμένος από τους συμβούλους, ατένιζε το στράτευμα με σταυρωμένα χέρια. «Διοικητά Βάρρεν» είπε με βαριά φωνή. «Αναφορά.»
Ένας ογκώδης άντρας στάθηκε μπροστά από την παράταξη και κάρφωσε τα γαλανά του μάτια στον Κάελ, χαιρετίζοντας με ακίνητο το σώμα. «Ύπατε. Δύναμις τάγματος για την αποστολή Εσπέρα: Διακόσιοι πενήντα επτά. Άπαντες παρόντες.»
Ο Κάελ ένευσε μαλακά και ύψωσε τη φωνή. «Επιλεχθήκατε για τη δύναμη και το θάρρος σας. Βοηθήστε τους συμμάχους μας και γυρίστε ήρωες, ή μην γυρίσετε καθόλου. Αποδείξτε πως οι μονομάχοι δεν είναι πιόνια κανενός. Πολεμάμε για τον λαό μας. Για τη γη μας. Στεκόμαστε ενάντια στο σκότος.»
«Στεκόμαστε ενάντια στο σκότος» βρόντηξε το τάγμα με μία φωνή.
Ο Ντάρβεν, ο γηραιός σύμβουλος που είχε αντιτεθεί στην αποστολή, πλησίασε τον Ύπατο. «Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις, άρχοντά μου. Ένα τέτοιο λάθος μπορεί να σου κοστίσει μέχρι και την ηγεσία της Ώριγκεϊτ.»
«Σκοπεύεις να μας προδώσεις, Ντάρβεν;» αντεπιτέθηκε ο Κάελ, σουφρώνοντας τα φρύδια. «Ή μήπως δεν άκουσες τι είπα; Δεν είμαι πιόνι κανενός.»
«Ποτέ δεν θα πρόδιδα τους μονομάχους, Ύπατε. Μην ξεχνάς πως γεννήθηκα και μεγάλωσα μονομάχος. Σε αντίθεση με κάποιους άλλους…»
«Έχω αποδείξει την αξία μου και το συμβούλιο με στηρίζει. Ένα απολίθωμα σαν εσένα δεν έχει δικαίωμα να αμφισβητεί τις αποφάσεις μου.»
«Οι αποφάσεις σου δεν είναι υπό αμφισβήτηση, άρχοντά μου. Η εξουσία σου, όμως…» Ο Ντάρβεν ύψωσε τις παλάμες. «Αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Παρά ταύτα, γνωρίζεις πως μοναδικό μου ενδιαφέρον αποτελεί η επιβίωση του λαού μας. Είμαι πολύ γέρος για φιλοδοξίες, δε νομίζεις;»
***
Όλο το προαύλιο του χώρου εκπαίδευσης κρατούσε την ανάσα του όσο ο Γκάρικ βάδιζε αργά μπροστά από τη γραμμή των δόκιμων. Αφού ανέβηκε στην ξύλινη εξέδρα, τους κάρφωσε με ένα κοφτερό βλέμμα και η βαριά φωνή του ήχησε από άκρη ως άκρη. «Σκουπίδια. Άχρηστα σκουπίδια. Μόνο μέσα από σίδερο και φωτιά θα γίνετε άξιοι. Όλοι εσείς οι αργόσχολοι μου φορτωθήκατε εξαιτίας της μεγάλης απώλειας του δάσκαλου Γκόργκελ.» Χαμήλωσε λίγο τον τόνο της φωνής του, κουνώντας ελαφρά το κεφάλι. «Ήταν πράγματι ο καλύτερος όλων… Μα η καρδιά του δεν άντεξε άλλο την ανικανότητα των μονομάχων.»
Έβαλε τις γροθιές στους γοφούς του, πετώντας το στήθος έξω. «Από σήμερα, πρωτάρηδες και νεοφερμένοι θα εκπαιδεύεστε μαζί. Από τριάντα ένας που είστε, θα είναι θαύμα αν τα καταφέρουν οι έξι-εφτά.»
Άπνοια επικράτησε ξαφνικά στο μέρος. Ένα αγόρι κόμπιασε, αφήνοντας ένα λυγμό με βουρκωμένα μάτια.
«Πάρτε τον άχρηστο» διέταξε ο Γκάρικ, δείχνοντας με το χέρι προς την έξοδο. «Α, ξέχασα. Τέτοια σημάδια ανικανότητας είναι ταξίδι χωρίς επιστροφή για το μαγειρείο. Τα κλάματα δεν έχουν θέση εδώ. Αν θέλετε να κλαίτε σαν μωράκια, μπορείτε να το κάνετε ενώ καθαρίζετε πατάτες.»
Οι υπόλοιποι δόκιμοι παρατηρούσαν με γουρλωμένα βλέμματα τους βοηθούς του Γκάρικ να σέρνουν το παιδί έξω από το προαύλιο.
Ο Ίθαν ξεροκατάπιε. Τα χείλη και ο λάρυγγάς του είχαν στεγνώσει και το πρόσωπό του είχε ασπρίσει σαν πανί. Ξαφνικά, τα λόγια του Έλιον ξαναήρθαν στο νου του: «Σ’ αυτή την πόλη, μόνο αν είσαι μονομάχος σε σέβονται.» Έσφιξε τις γροθιές του και κοίταξε δίπλα. Ο Έλιον δεν είχε γυρίσει το κεφάλι προς την έξοδο όπως οι άλλοι. Μόνο είχε τεντώσει το κορμί και ατένιζε μπροστά.
Το πρόσωπο του δασκάλου τους αγρίεψε απότομα. «Πάμε στα βασικά» είπε κοφτά, κεντρίζοντας τα βλέμματα όλων. «Ποιος από σας τους άχρηστους ξέρει τον όρκο του μονομάχου;»
Δεν κουνιόταν φύλλο όσο ο Γκάρικ σάρωνε τη γραμμή. Δίπλωσε τα χέρια μπροστά και χασκογέλασε ειρωνικά. «Μάλιστα. Από τριάντα μία κότες πέσαμε ήδη στις τριάντα. Μιλήστε ντε. Μην ντρέπεστε. Αν τα κάνετε θάλασσα, τουλάχιστον θα μου θυμίσετε γιατί δεν είναι να περιμένει κανείς τίποτα από εσάς.»
Ένας από τους δόκιμους, ψηλός και κατάξανθος, βημάτισε εμπρός χαιρετίζοντας. Τα γαλανά του μάτια σπινθηροβόλησαν καθώς απήγγειλε: «Ορκίζομαι να προστατεύω, να εξαγνίζω, να στέκομαι ενάντια στο σκότος. Το σπαθί μου είναι δεσμός, ασπίδα και σκοπός μου.»
Ο Γκάρικ χαμογέλασε πλατιά. «Ωραία» είπε, τραβώντας τη λέξη με ευχαρίστηση. «Ίσως τελικά να μην είστε όλοι εντελώς άχρηστοι. Παρουσιάσου, μικρέ.»
«Κάσσιαν Φέρντιερ, κύριε!»
Ο Γκάρικ τον εξέτασε από πάνω ως κάτω, κουνώντας μόνο τις κόρες των ματιών του. «Κάσσιαν.» Σήκωσε το δάχτυλο και το περίστρεψε κατά μήκος της γραμμής των δόκιμων. «Όλοι εσείς οι ανίκανοι ίσως μάθετε κάνα δυο πραματάκια από τούτον εδώ.»
Ο Έλιον έγειρε μπρος για να ρίξει μια κλεφτή ματιά στον Ίθαν. «Φιγουρατζής» μουρμούρισε, καλύπτοντας το στόμα με το χέρι του.
Ο Ίθαν γύρισε αμέσως, ανασηκώνοντας τα φρύδια ενώ οι δόκιμοι τριγύρω έπνιγαν τα χαχανητά τους.
Ο Κάσσιαν, όμως, παρέμεινε εκεί με το χέρι στο μέτωπο μέχρι που ο δάσκαλος του ένευσε να επιστρέψει στη θέση του.
«Τι ήταν αυτό;» φώναξε ο Γκάρικ, στρίβοντας το χέρι. «Έχεις κάποιο πρόβλημα, ανυπόφορε βλάκα;»
«Όχι, κύριε. Δάσκαλε. Κύριε. Όχι, κύριε!» αποκρίθηκε ο Έλιον, βυθίζοντας το κεφάλι στους ώμους. Τα χαχανητά γύρω δυνάμωσαν.
Ο Γκάρικ κατέβηκε από το βάθρο και βάδισε αργά προς τον Έλιον με τα χέρια σταυρωμένα πίσω. «Νομίζετε ότι το να είστε μονομάχοι είναι αστείο;»
Ο Έλιον αποτραβήχτηκε, στρέφοντας το βλέμμα χαμηλά.
«Νομίζετε ότι εδώ κάνουμε πλάκα;» συνέχισε ο Γκάρικ, βηματίζοντας γύρω από τον Έλιον. «Ή μήπως νομίζετε ότι είστε τίποτα έξυπνοι;» Στάθηκε πίσω από τον νεαρό, σε απόσταση αναπνοής. Ο Έλιον αναρρίγησε. «Έ;» φώναξε ο Γκάρικ δυνατά. «Λέγε, ανόητε!»
Ο Έλιον πήρε μια γρήγορη αναπνοή, ορθώνοντας το ανάστημα. «Όχι, κύριε.»
«Τι;» γκάριξε ο εκπαιδευτής δίπλα στο αυτί του Έλιον.
«Όχι, κύριε!» κραύγασε ο Έλιον μέχρι που η φωνή του έσπασε.
Ο Γκάρικ του έδωσε μια γερή σπρωξιά, σωριάζοντάς τον μπρούμυτα στο έδαφος και τον πάτησε με την μπότα στην πλάτη. «Σήκω, έξυπνε» φώναξε πιέζοντας κάτω το πόδι.
Ο Έλιον πίεσε δυνατά τα χέρια και ανασηκώθηκε λίγα εκατοστά, αλλά τον έπιασε ένα τρέμουλο στα άκρα και ξαναέπεσε στο έδαφος. «Τι έγινε;» ρώτησε ο Γκάρικ συνοφρυωμένος. «Μόνο ανέκδοτα ξέρεις να λες;»
Ο Έλιον πήρε μια βαθιά εισπνοή, έβαλε όλη του τη δύναμη και, αφήνοντας μια κραυγή, κατάφερε να τεντώσει τα χέρια. Αλλά ο Γκάρικ πίεσε ξανά το πόδι, κατεβάζοντάς τον στο χώμα μονομιάς. «Σκουπίδι.»
Ο Έλιον άφησε ένα γρήγορο βογγητό, μισοκλείνοντας τα μάτια.
«Πώς γίνεται να βρέθηκα με ένα σωρό χαμένους ηλίθιους;» είπε ο Γκάρικ, σηκώνοντας αργά το πόδι. Περπάτησε ξανά μπροστά από τους στοιχισμένους δόκιμους κι έπειτα έστρεψε το κεφάλι στο πλάι. «Στρωθείτε. Πέντε γύροι κι αυτό για προθέρμανση. Όποιος δεν ολοκληρώσει, δεν θα φάει σήμερα. Δεν θα προλάβει, δηλαδή. Θα έχει να καθαρίσει πολλές τουαλέτες…»
Ο Έλιον τινάχτηκε όρθιος με κατακόκκινο πρόσωπο κι άρχισε να τρέχει με τους άλλους εκπαιδευόμενους περιμετρικά του προαύλιου.
Αμέσως, ο Ίθαν πήρε φόρα και ακολούθησε με γρήγορες αναπνοές.
Όταν ολοκλήρωσαν τους γύρους, οι δόκιμοι περικύκλωσαν τον Γκάρικ λαχανιασμένοι. «Κάμψεις» γκάριξε ο εκπαιδευτής με το δάχτυλο προς τα κάτω. Οι δόκιμοι έπεσαν αμέσως. «Κοιλιακοί» φώναξε λίγο μετά, και όλοι γύρισαν ανάσκελα. «Στα μονόζυγα!» πρόσταξε ύστερα.
Οι εκπαιδευόμενοι έτρεξαν στην άκρη του χώρου και άρχισαν τις έλξεις. Ο Γκάρικ βημάτιζε αργά ανάμεσα στα μονόζυγα με τα χέρια πίσω. «Πρέπει να χτίσετε μύες. Έτσι αδύναμες κατσαρίδες που είστε, ως κι η ανάσα ενός πρωτόγονου θα σας έστελνε κατευθείαν στον άλλο κόσμο.»
Ο Ίθαν ένιωθε την ανάσα του να λιγοστεύει. Έσφιγγε τα μπράτσα να ανέβει ψηλά αλλά οι μύες του έκαναν έντονους σπασμούς. Κρεμάστηκε για μια στιγμή από το μονόζυγο, βαριανασαίνοντας, με τον ιδρώτα να έχει λούσει όλο του το πρόσωπο.
«Τι έγινε, ποντίκι;» φώναξε από απέναντι ο Γκάρικ, κοιτάζοντάς τον επίμονα. «Δεν μπορείς άλλο;»
Ο Ίθαν τον κάρφωσε στα μάτια, πήρε μια βαθιά εισπνοή και, σφίγγοντας τα χείλη, ανέβασε το κορμί αργά ώσπου το κεφάλι του πέρασε τη μπάρα του μονόζυγου.
Ο Γκάρικ μειδίασε. «Διάλειμμα, άχρηστοι.»
Οι δόκιμοι κατέβηκαν από τα μονόζυγα λαχανιασμένοι, άλλοι βαστώντας τα χέρια στα γόνατα κι άλλοι πέφτοντας καταγής με τα κεφάλια κατεβασμένα.
Δύο, όμως, από αυτούς ξάπλωσαν ανάσκελα και μουρμούριζαν κάτι που έμοιαζε με προσευχή. Ο Γκάρικ τους πλεύρισε αναψοκοκκινισμένος. «Φανταστείτε να είστε μπροστά σε έναν πρωτόγονο» είπε, τραβώντας τις άκρες των χειλιών προς τα κάτω. «Θα εμπιστευόταν κανείς σας τη ζωή του σε αυτά τα αξιολύπητα σκουπίδια;»
Ένα κορίτσι που στεκόταν κοντά του δε δίστασε. «Όχι, κύριε!»
«Πάρτε τους. Κι αυτήν μαζί. Έχετε τελειώσει.»
Ο Ίθαν και ο Έλιον ανασηκώθηκαν, κοιτάζοντας με κομμένη την ανάσα τους βοηθούς να βγάζουν έξω τους τρεις εκπαιδευόμενους. Το μέρος γέμισε ψίθυρους.
«…τι συνέβη;…»
«…γιατί να πετάξει έξω και το κορίτσι;…»
«…αυτή δεν ήταν η σωστή απάντηση;…»
Ο Γκάρικ γύρισε την πλάτη και γρονθοκόπησε μια ξύλινη κατασκευή που κρεμόταν από την περίφραξη. Οι δόκιμοι σώπασαν ακαριαία και ο αέρας φάνηκε να βαραίνει πάλι. «Η ανικανότητα είναι απαράδεκτη, βρωμόπαιδα. Αλλά το να ξεπουλάτε τους συντρόφους σας είναι πραγματική αηδία.»
Οι εκπαιδευόμενοι κοιτούσαν με μισάνοιχτα στόματα.
Ο Γκάρικ τράβηξε πίσω τη γροθιά του και την έστριψε μπροστά στο πρόσωπό του, εξετάζοντας την κοκκινίλα στα ακροδάχτυλά του. «Όλοι εσείς οι τεμπέληδες πρέπει να μάθετε κάτι καλά. Οι μονομάχοι μάχονται πάντα σε παράταξη.» Γύρισε ένα σουφρωμένο βλέμμα προς τους δόκιμους. «Νομίζετε πως εγώ είμαι σκληρός; Για πάν’ τε στους πρωτόγονους. Ένας μονομάχος μόνος, είναι μονομάχος ψόφιος!»
Ο Ίθαν ένιωσε ξαφνικά την έντονη ζαλάδα και την ανακατωσούρα στο στομάχι να επιστρέφουν. Αλλά τα λόγια του Έλιον δεν είχαν σταματήσει να αντηχούν στο μυαλό του. Έσφιξε το σαγόνι και άφησε μια βαθιά εκπνοή.
Μετά το μεσημεριανό, οι δόκιμοι έτρεξαν μερικούς γύρους ακόμα. «Κάτω!» φώναξε ο Γκάρικ όταν μαζεύτηκαν και πάλι γύρω του, ρίχνοντάς τους για κάμψεις.
Ο Έλιον βαστούσε καταϊδρωμένος το κορμί στα τρεμάμενα χέρια του, δαγκώνοντας δυνατά τα χείλη ενώ από δίπλα, ο Ίθαν έσταζε ιδρώτα στο έδαφος, αφήνοντας βογγητά ανάμεσα σε κάθε ανάβαση.
«Ανίκανα σκουπίδια!» φώναζε ο Γκάρικ χωρίς σταματημό.
Ξαφνικά, δύο ακόμη δόκιμοι ξάπλωσαν κάτω. Ο Γκάρικ αυτή τη φορά δεν είπε τίποτα, μόνο έδειξε με το χέρι τις ξύλινες πόρτες του χώρου κι αμέσως, οι βοηθοί άρπαξαν τους δόκιμους από τα πόδια και τους έσυραν κατά την έξοδο.
Λίγο μετά, ο ήλιος επιτέλους άγγιξε τον ορίζοντα και ο Γκάρικ σταύρωσε τα χέρια χιαστί μπροστά κι έπειτα τα άνοιξε διάπλατα.
Ο Έλιον βοήθησε τον Ίθαν να σηκωθεί και στηρίχθηκαν ο ένας πάνω στον άλλο, αναπνέοντας μετά βίας. Πριν, όμως, ξεκινήσουν για τους θαλάμους, ο Κάσσιαν περπάτησε μπροστά τους με το στήθος έξω, περνώντας ένα χέρι από τα μαλλιά του.
Ο Έλιον μάζεψε μια αναπνοή. «Δεν σου είπα ότι είναι φιγουρατζής;»
Ο Ίθαν γέλασε κοφτά με το ένα μάτι κλειστό από το τσούξιμο. «Ναι.»
Όταν επέστρεψαν στους θαλάμους, τα κορμιά τους πονούσαν παντού και οι μύες τους είχαν ισοπεδωθεί τελείως.
Έπεσαν σε διπλανά κρεβάτια χωρίς να βγάλουν τους λασπωμένους χιτώνες και ο ύπνος τους πήρε αμέσως. Χωρίς σχόλια, χωρίς καληνύχτες.
***
Τις επόμενες ημέρες, μια βαθύγκριζη συννεφιά κάλυψε την Ουράνοβα για μερόνυχτα, ενώ ένα ελαφρύ, ψυχρό αεράκι έπνεε σαν ψίθυρος ανάμεσα στις πόλεις των μονομάχων.
Το τάγμα που είχε αποπέμψει ο Κάελ κατέφθασε στην Έσπεργκεϊτ ένα κρύο πρωινό, κι αμέσως, συγκεντρώθηκε μπροστά στο Δημαρχείο της πόλης.
Ο διοικητής Βάρρεν έκανε ένα νεύμα στο στράτευμα του και καθώς οι εκατοντάδες μονομάχοι που τον ακολουθούσαν παρατάχθηκαν σε γραμμική στοίχιση, βάδισε μέχρι το μακρόστενο υπόστεγο του κτηρίου, όπου ήταν μαζεμένοι οι σύμβουλοι της Έσπεργκεϊτ.
Οι συνομιλίες από την έκτακτη συνεδρίαση ήταν σαν μουρμουρητά. Ο αέρας σφύριζε από τις χαραμάδες της ξύλινης σκεπής του Δημαρχείου, κι ο Βάρρεν είχε γείρει μπροστά, με το χέρι να χαϊδεύει τα αραιά του γένια, ακούγοντας με προσοχή.
Μετά από μερικά λεπτά, γύρισε προς το τάγμα του με σουφρωμένα φρύδια. «Το Ρήγμα έχει στήσει στρατόπεδα σε όλη την περιοχή γύρω από την Έσπεργκεϊτ» είπε με βαριά φωνή καθώς ο μακρύς του μανδύας ανέμιζε άτακτα. «Δύο από αυτά έχουν ήδη καταστραφεί, ωστόσο υπολείπονται τρία που παραμένουν επικίνδυνα.»
Μια νεαρή μονομάχος που στεκόταν στην πρώτη γραμμή στένεψε το βλέμμα. «Είναι όντως τόσο επικίνδυνοι, διοικητά;»
Ο Βάρρεν της γύρισε ένα αυστηρό βλέμμα και κούνησε αργά το κεφάλι. «Είχαν δίκιο όσοι τους φοβήθηκαν, Τρόβη.»
«Μα είναι απλά χωρικοί!» αντέτεινε εκείνη, απλώνοντας τα χέρια.
«Ίσως παλιότερα, αλλά τώρα φαίνεται να έχουν στήσει απόρθητα οχυρά.»
«Και οι άλλες πόλεις; Θα στείλουν βοήθεια;»
Ο Βάρρεν ένευσε αρνητικά.
Οι μονομάχοι γύρω άρχισαν να ψιθυρίζουν.
Αλλά η Τρόβη κάρφωσε τα γαλανά της μάτια στον Βάρρεν με το κεφάλι ελαφρώς χαμηλωμένο. «Ποιο είναι το σχέδιο, διοικητά;» ρώτησε καθώς ο άνεμος τίναζε τις ξανθιές της μπούκλες.
Ο Βάρρεν κατέβασε το βλέμμα. «Υπάρχει λόγος που είμαι εδώ…» μουρμούρισε. Γύρισε αμέσως προς το τάγμα και ύψωσε τη φωνή. «Αποστολή μας αποτελεί η κατάληψη του οχυρού στα βόρεια της Έσπεργκεϊτ. Οι μονάδες της Έσπεργκεϊτ θα αναλάβουν τα δυτικά στρατόπεδα.» Έστρεψε το βλέμμα κατά τον συννεφιασμένο ουρανό και αφού έμεινε για λίγο σιωπηλός, πήρε μια βαθιά εισπνοή. «Αναχωρούμε άμεσα και θα δοθούν περαιτέρω οδηγίες όσο κατευθυνόμαστε προς τα εκεί.»
***
Ο καιρός στην Ώριγκεϊτ χειροτέρευε μέρα με τη μέρα και οι ψιχάλες που έπεφταν ασταμάτητα έκαναν το εσωτερικό της να μοιάζει με λασπώδη λίμνη. Κάθε φορά στο δρόμο για τον χώρο εκπαίδευσης, ο Ίθαν έβλεπε τους κατοίκους να ψιθυρίζουν μεταξύ τους και αυτά που κρυφάκουγε, κρυμμένος πίσω από τις γωνίες των σπιτιών, του προκαλούσαν μεγαλύτερο ρίγος από τον κρύο αέρα.
«…κάτι πολύ κακό έρχεται…»
«…το Ρήγμα δεν αστειεύεται πλέον…»
«…κάθε μέρα προσεύχομαι οι θεοί να μας φυλάνε…»
Μια νύχτα, όπως επέστρεφε με τον Έλιον από την προπόνηση, σταμάτησε το βάδισμα και έμεινε σκυφτός, ψηλαφώντας τις φουσκάλες στα χέρια του. «Όλα αυτά… για να πεθάνουμε στον πόλεμο…» είπε χαμηλόφωνα.
«Αν δεν μας πεθάνει πρώτα ο Γκάρικ…» πετάχτηκε ο Έλιον, στραβώνοντας το κεφάλι.
Ο Ίθαν ξεφύσηξε, κατεβάζοντας τους ώμους, και κάρφωσε το βλέμμα στη σκιά που έριχνε στο δρόμο το λεπτοκαμωμένο του σώμα.
Ο Έλιον έβαλε το χέρι στον ώμο του Ίθαν. «Αυτό σημαίνει να είσαι μονομάχος.»
Ο Ίθαν τον κοίταξε με διάπλατα μάτια. «Τότε… μήπως καλύτερα να τρίβουμε πατώματα;»
«Όχι!» αναφώνησε ο Έλιον, πιάνοντας και τον άλλο ώμο του Ίθαν. «Θυμήσου, Ίθαν. Αν δεν είσαι μονομάχος, δεν σε σέβεται κανείς.»
Ο Ίθαν έστρεψε το κεφάλι στο πλάι. «Εγκλωβισμένος σαν δούλος…»
«Ή ελεύθερος και περήφανος!» τον διέκοψε ο Έλιον, χαμογελώντας πλατειά.
Το επόμενο πρωί, ο Ίθαν ξύπνησε πιασμένος. Άνοιξε τα μάτια με δυσκολία και στάθηκε καθισμένος στο κρεβάτι του, μαλάζοντας τα μουδιασμένα του μπράτσα.
«Καλημέρα» είπε ο Έλιον, δαγκώνοντας ένα ξερόψωμο υπό την υπόκρουση της ψιχάλας έξω. «Δεν θα πιστέψεις τι έγινε. Γνώρισα την καινούργια μου κοπέλα.»