Ο Ίθαν ξύπνησε, αλλά δεν έλεγε να σηκωθεί. Λίγο ακόμα, σκέφτηκε, ανασαίνοντας αργά και σταθερά με κλειστά τα μάτια. Άφησε ένα βαθύ χασμουρητό, σταυρώνοντας τα πόδια χαμηλά, και δίπλωσε τα χέρια πίσω από τον αυχένα. Ένα απαλό αεράκι χάιδεψε τα βλέφαρά του και, καθώς τα εξωτικά πουλιά τιτίβιζαν από τις φυλλωσιές, τέντωσε ψηλά τα χέρια, εισπνέοντας τον φρέσκο αέρα με ένα πλατύ χαμόγελο.
Όταν, όμως, άνοιξε τα μάτια, η αναπνοή του κόπηκε στη μέση. Στερεώθηκε αμέσως στους αγκώνες του, βλεφαρίζοντας δυο-τρεις φορές, κι έτριψε έντονα τα αγουροξυπνημένα του μάτια.
Ένα δάσος απλωνόταν ολόγυρα. Οι χοντροί κορμοί των δέντρων τεντώνονταν μέχρι τον ουρανό ενώ τα φυλλώδη κλαδιά τους κάλυπταν το μέρος σαν οροφή, αφήνοντας μόνο λίγες ηλιαχτίδες να τρυπώσουν. Και καταμεσής της σκοτεινής ομίχλης, μυτεροί βράχοι στέκονταν μουχλιασμένοι ανάμεσα σε σκονισμένους θάμνους.
Ο Ίθαν ψηλάφισε αργά το υγρό χορτάρι από κάτω του και τέντωσε το λαιμό. Ένα ποτάμι ακουγόταν να ρέει κάπου μακριά. Έσφιξε τις χούφτες του και κοίταξε τριγύρω.
Πού… βρίσκομαι; Αναρρίγησε.
Τινάχτηκε όρθιος, πέρασε ένα χέρι μέσα από τα ατίθασα καστανά του μαλλιά και περιστράφηκε με το κεφάλι βυθισμένο στους ώμους.
Η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος γέμισε τα ρουθούνια του. «Μαμά; Μπαμπά;» Κοίταξε και πάλι τριγύρω, ερευνώντας τα ακανθώδη κλαδιά που μπλέκονταν άτακτα μεταξύ τους. «Ιάσωνα; Έλλη; Έκτορα;» Καμία απόκριση.
Έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Πού πήγαν όλοι;
Κάτι ακούστηκε να ταρακουνάει έναν φουντωτό θάμνο πιο πέρα. Ο Ίθαν στένεψε μονομιάς το βλέμμα και πλησίασε σιγά, απλώνοντας το χέρι. Οι παλμοί του όλο και ανέβαιναν αλλά λίγο πριν αγγίξει τα καταπράσινα φύλλα, ένας λαγός ξεπήδησε από το θάμνο και με άλματα χάθηκε στο βάθος.
Ο Ίθαν τραντάχτηκε πίσω και παραπάτησε μέχρι που σωριάστηκε στο έδαφος. Έτριψε απαλά το γοφό του και μετά σηκώθηκε, τινάζοντας τα σκονισμένα του ρούχα. Με δειλά βήματα, προχώρησε βαθύτερα μέσα στο δάσος. «Μαμά; Μπαμπά;» φώναξε δυνατότερα. Τίποτα.
Με κάθε βήμα, ο κόμπος στο λαιμό στένευε και οι μύες γύρω από τους ώμους του έσφιγγαν. Το έδαφος κάτω από τα πόδια του έμοιαζε να θολώνει και να απομακρύνεται. Το ίδιο και το δάσος ολόγυρα. Λύγισε μπρος, πέφτοντας στα γόνατα με βουρκωμένα μάτια.
Ούτε ένα δάκρυ, όμως, δεν πρόλαβε να κυλήσει.
Βαριοί βηματισμοί αντήχησαν ανάμεσα στα δέντρα. Ποιος; Μια ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του. Έτρεξε σκοντάφτοντας προς ένα βράχο σκεπασμένο με βρύα και μπουσούλησε γρήγορα για να χωθεί από πίσω.
Τα βήματα ηχούσαν όλο και πιο δυνατά. Έτριψε βιαστικά τα κοκκινισμένα του γόνατα και ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών, ατενίζοντας πέρα από τον ογκόλιθο.
Μια ομάδα πολεμιστών με ολόχρυσες πανοπλίες εμφανίστηκε να πλησιάζει. Από τους ώμους τους κρέμονταν κόκκινες χλαμύδες με χρυσοκέντητα διακοσμητικά ενώ στα χέρια έσφιγγαν καλοακονισμένες λεπίδες.
Έσκυψε πάλι, βουλιάζοντας το κεφάλι κάτω από τα χέρια. Οι παλάμες του είχαν ιδρώσει και άρχισε να τρέμει ολόκληρος. Κάλυψε το στόμα με το ένα χέρι, κρατώντας επίμονα την αναπνοή του, αλλά το να μην κοιτάζει έμοιαζε πιο επικίνδυνο.
Σηκώθηκε πάλι, ψηλαφώντας διστακτικά το βράχο, και τέντωσε το κορμί.
Μόλις οι πολεμιστές έφτασαν σε ένα μικρό άνοιγμα, σταμάτησαν. Ένας τους, ψηλός και μυώδης, στάθηκε στο κέντρο της παράταξης και ύψωσε το χέρι. «Χάρις!» απήγγειλε με μια βαθιά φωνή.
Ένα αχνό φως άναψε αστραπιαία στην παλάμη του. Με μια κίνηση, τη βρόντηξε πάνω σε ένα βράχο μπροστά του και η λάμψη απλώθηκε στην πέτρινη επιφάνεια.
«Χάρις» επανέλαβαν οι μισοί από την ομάδα, ακουμπώντας ο ένας μετά τον άλλο τις παλάμες τους στον βράχο. Οι υπόλοιποι σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω τους, προτάσσοντας τα ξίφη.
Ο Ίθαν παρακολουθούσε με μισάνοιχτο στόμα.
Δευτερόλεπτα μετά, ένα ογκώδες πλάσμα που έμοιαζε με αγριάνθρωπο ξεπρόβαλε γρυλίζοντας από τους θάμνους. Το μαυρισμένο δέρμα του ήταν χαραγμένο από πάνω ως κάτω με σύμβολα που σιγολαμπύριζαν ενώ μαύρα, κατσαρά μαλλιά χύνονταν στην πλάτη του σαν καταρράκτες.
Άλλα δύο πλάσματα εμφανίστηκαν πίσω του. Στις μύτες και τα αυτιά τους είχαν κόκκαλα για κοσμήματα και μόνο λίγα δέρματα κάλυπταν τα σώματά τους.
Το στομάχι του Ίθαν έγινε κόμπος. Πίεσε με το χέρι την κοιλιά του, σουφρώνοντας το πρόσωπο για να πνίξει μια ξαφνική αναγούλα.
Οι παρατάξεις αντάλλαξαν μερικά αγριωπά βλέμματα σε απόλυτη σιγή.
Το πρώτο πλάσμα έβγαλε ένα γκάρισμα και πήδηξε προς έναν πολεμιστή. Εκείνος έστριψε το κορμί στο πλάι, αποφεύγοντας το τριχωτό χέρι του πλάσματος, και κατέβασε τη λεπίδα από ψηλά, σχίζοντάς του το μπράτσο. Το πλάσμα μούγκρισε καθώς το αίμα έρρεε κατακόκκινο μέχρι τον αγκώνα του, και μετά γύρισε προς τον πολεμιστή και τέντωσε κατά πάνω του τα κοφτερά του νύχια.
Ο μαχητής έστρεψε οριζόντια τη λεπίδα, αποκρούοντας το χτύπημα, όμως η ωμή δύναμη του πλάσματος τον πέταξε στο έδαφος.
«Αλλαγή!» γκάριξε ο αρχηγός των πολεμιστών. Αμέσως, οι μπροστινοί μαχητές οπισθοχώρησαν, ακουμπώντας τα χέρια στο βράχο, ενώ οι πίσω τράβηξαν τα ξίφη και βημάτισαν μπρος.
Τα άλλα δύο πλάσματα όρμησαν από δεξιά κι αριστερά. Οι πολεμιστές στροβίλισαν τα σπαθιά τους, αναγκάζοντάς τα να παραμείνουν μακριά.
Ο Ίθαν κοίταζε λουσμένος στον ιδρώτα. Τα μάτια του έτσουζαν και είχαν αρχίσει να ξεραίνονται.
Ο αρχηγός έδωσε ξανά το σήμα. Όμως, κατά την αλλαγή, ένας πολεμιστής στραβοπάτησε, χάνοντας την επαφή με το βράχο. Η λάμψη από την παλάμη του έσβησε ακαριαία και τότε, το πλάσμα που ήταν κοντά του όρμησε, σφίγγοντας τα κιτρινισμένα του δόντια.
Ο άντρας έκανε έναν πλάγιο ελιγμό, αλλά το πλάσμα περίστρεψε το κορμί και τον άγγιξε στον ώμο. Ο μαχητής ούρλιαξε λες και καιγόταν ζωντανός. Η ίδια του η σάρκα άρχισε να καρβουνιάζει και να αποσυντίθεται, αφήνοντας πίσω μια λεπτή ομίχλη που σκορπούσε στον αέρα. Μέχρι και η κραυγή του κόπηκε στη μέση καθώς εξανεμίστηκε σαν ατμός.
Ο Ίθαν ανατρίχιασε ολόκληρος και οι κόρες των ματιών του διεστάλησαν.
Η φωνή του αρχηγού ήχησε πάλι. «Πάνω τους!» Οι μαχητές οργανώθηκαν σε ένα ημικύκλιο και βημάτισαν αργά προς τα έξω, στριφογυρνώντας τα ξίφη τους μπροστά.
Τα παράξενα πλάσματα έσκυψαν στα τέσσερα και με οπίσθιους βηματισμούς, χώθηκαν και πάλι στους θάμνους.
Μια σιωπή απλώθηκε στο μέρος. Μόνο οι βαριές ανάσες των επιζώντων ακούγονταν και είχαν πλέον αντικαταστήσει το κελάηδημα των πουλιών.
Ο αρχηγός των πολεμιστών σάρωσε τη σκονισμένη ατμόσφαιρα.
Ο Ίθαν γλίστρησε το κορμί κάτω και αγκάλιασε τα γόνατά του τρέμοντας.
Ο αρχηγός κλείδωσε το βλέμμα στην κρυψώνα του Ίθαν και σήκωσε ξανά το σπαθί, πλησιάζοντας προσεκτικά.
Το στήθος του Ίθαν κόντευε να σπάσει από την ταχυπαλμία. Πίεσε το χέρι στο βράχο για να σηκωθεί αλλά τα πόδια του έτρεμαν λες και κόντευαν να σπάσουν. Κουνήσου. Κουνήσου!
Ο πολεμιστής όλο και πλησίαζε.
Ο Ίθαν έσφιξε τις γροθιές και δάγκωσε δυνατά τα χείλη, ώσπου ξαφνικά πετάχτηκε από τον βράχο με φόρα.
Όμως, ο μαχητής όρμησε πάνω του, ρίχνοντάς τον κάτω.
Το πρόσωπο του Ίθαν σύρθηκε στο χώμα και, καθώς ο αρχηγός ασφάλισε τα χέρια του νεαρού πίσω στην πλάτη, ο Ίθαν άφησε έναν κοφτό βρυχηθμό. Με αργές κινήσεις, έστρεψε το βλέμμα πίσω.
Ο αρχηγός κάρφωσε τα γκρίζα μάτια πάνω του. «Τι γυρεύεις εδώ;»
Το σαγόνι του Ίθαν έτρεμε σαν κλαρί στον άνεμο. Ταρακούνησε λίγο το κορμί, αλλά ο αρχηγός έσφιξε ακόμη περισσότερο τις χούφτες, εξετάζοντάς τον για μια στιγμή, μέχρι που άφησε μια βαθιά εκπνοή και χαλάρωσε τους ώμους. «Σήκω» είπε, αφήνοντάς τον ελεύθερο. «Είναι επικίνδυνα εδώ.»
Ο Ίθαν γύρισε ανάσκελα, λαχανιασμένος, και κοίταξε τον μαχητή με κατεβασμένα φρύδια.
«Σήκω» επέμεινε εκείνος ενώ τινάχτηκε όρθιος. «Θες να πεθάνεις εδώ;»
Ο Ίθαν ανασηκώθηκε λίγο και τότε ο αρχηγός τον άρπαξε από το μπράτσο και τον σήκωσε με μια κίνηση. Ο Ίθαν στερέωσε το κορμί, ξεσκονίζοντας τα ρούχα του με δυο τινάγματα, και αφού άφησε μια αργή εκπνοή, λύγισε ξανά τα πόδια για να τρέξει.
Ο αρχηγός τον γράπωσε πάλι, σουφρώνοντας το βλέμμα. «Μια μέρα θα με ευχαριστείς, μικρέ» είπε, περνώντας ένα σχοινί γύρω από τους καρπούς του Ίθαν.
Καθώς απομακρύνονταν από το δάσος, ο έφηβος ακολουθούσε την ομάδα δεμένος, κρυφακούγοντας τις συνομιλίες τους.
«…κι άλλος λιποτάκτης…»
«…δε νομίζω, δες τι φοράει…»
«…αν είναι από το Ρήγμα, θα τον κανονίσουν καλά…»
Ο Ίθαν ένιωθε αλλεπάλληλες ανατριχίλες να τον κατακλύζουν. Για μένα λένε; Λιποτάκτης; Ρήγμα; Θα με φυλακίσουν…
Λίγο πριν βγουν από το δάσος, κοίταξε πίσω μια τελευταία φορά. Είμαι… μόνος μου; Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του, χαϊδεύοντάς του το σαγόνι. Πήρε μια βαθιά εισπνοή και έσφιξε τα δόντια. Πρέπει να γυρίσω πίσω. Πρέπει να πάω σπίτι.
***
Ο Ίθαν έσερνε τα πόδια καμπουριαστός, ακολουθώντας τους σιωπηλούς πολεμιστές στην αχανή έρημο. Κανένας λόγος για το θάνατο του συντρόφου τους. Και κανένας δεν μοιράστηκε έστω μια στάλα νερό με το νεαρό αιχμάλωτο.
Ύστερα από αρκετές ώρες πορείας, μια απέραντη κοιλάδα γεμάτη ποτάμια και άλση ανοίχτηκε στον ορίζοντα ενώ στη μέση δέσποζε μια οχυρωμένη μητρόπολη με ψηλά πέτρινα τείχη.
«Δάσκαλε Γκάρικ, τι θα γίνει με το αγόρι;» ρώτησε κάποιος τον αρχηγό.
Ο Γκάρικ έξυσε τα γκρίζα γένια του. «Φαίνεται άκακος. Θα δοκιμαστεί. Αν αποτύχει, θα καθαρίζει πατάτες.»
Λίγα λεπτά αργότερα, οι πελώριες σιδερένιες πύλες της πόλης άνοιξαν διάπλατα. Κάθε γρανάζι που έτριζε αντηχούσε στο στέρνο του Ίθαν. Έκανε δυο βήματα πίσω, κοιτάζοντας με το στόμα ανοιχτό.
Ο μεσήλικας αρχηγός τον πλεύρισε συνοφρυωμένος και του έριξε ένα γερό σκούντημα. «Τι στέκεσαι; Προχώρα.»