Ο Ίθαν ξύπνησε, αλλά δεν έλεγε να σηκωθεί. Λίγο ακόμα, σκέφτηκε, ανασαίνοντας αργά και σταθερά με κλειστά τα μάτια. Άφησε ένα βαθύ χασμουρητό, σταυρώνοντας τα πόδια χαμηλά, και δίπλωσε τα χέρια πίσω από τον αυχένα. Ένα απαλό αεράκι χάιδεψε τα βλέφαρά του και, καθώς τα εξωτικά πουλιά τιτίβιζαν από τις φυλλωσιές, τέντωσε ψηλά τα χέρια, εισπνέοντας τον φρέσκο αέρα με ένα πλατύ χαμόγελο.
Όταν, όμως, άνοιξε τα μάτια, η αναπνοή του κόπηκε στη μέση. Στερεώθηκε αμέσως στους αγκώνες του...
Ο Ίθαν ξεροκατάπιε. Αργά και διστακτικά, πέρασε κάτω από την πύλη, αντικρίζοντας το εσωτερικό της πόλης.
Χαμηλά, πετρόκτιστα κτήρια κάλυπταν από άκρη ως άκρη τις χρωματισμένες γειτονιές της ενώ οι πλακόστρωτοι δρόμοι ήταν γεμάτοι ανθρώπους με καλάθια και εργαλεία. Κάποιοι άπλωναν μπουγάδα στα στενά σοκάκια της και μικρά παιδιά έτρεχαν παντού τριγύρω.
Οι πύλες σφράγισαν πίσω.
«Αναφέρατε στον διοικητή» διέταξε...
Ενώ ο Ίθαν βημάτιζε προς τη γραμμή των εκπαιδευόμενων, στη μεστή από πευκόδεντρα αυλή του Δημαρχείου εκατοντάδες μονομάχοι ανέμεναν σε στοίχιση.
Ο Κάελ, περιτριγυρισμένος από τους συμβούλους, ατένιζε το στράτευμα με σταυρωμένα χέρια. «Διοικητά Βάρρεν» είπε με βαριά φωνή. «Αναφορά.»
Ένας ογκώδης άντρας στάθηκε μπροστά από την παράταξη και κάρφωσε τα γαλανά του μάτια στον Κάελ, χαιρετίζοντας με ακίνητο το σώμα. «Ύπατε. Δύναμις τάγματος για...
Ο Ίθαν κούνησε ελαφρά το κεφάλι, βλεφαρίζοντας έντονα. «Σωστά» αποκρίθηκε, τρίβοντας τα πρησμένα του μάτια. Άπλωσε το χέρι κάτω από το κρεβάτι κι έπιασε ένα κομμάτι ύφασμα, βγάζοντας έναν ελαφρύ αναστεναγμό. «Νόμισα κάποιος σε έπνιγε το βράδυ έτσι που ροχάλιζες σαν αρκούδα.»
«Ναι, ξέρω» απάντησε κοφτά ο Έλιον. «Έτσι είμαι σε κατάσταση ανάπαυλας. Τα βγάζω όλα, μια κι έξω, και επιστρέφω στη ζωή ολοκαίνουργιος.»
«Ελπίζω μόνο αυτή η καινούργια σου κοπέλα να μην έχει πρόβλημα να κοιμάται δίπλα...